Υπάρχουν τόποι που δεν είναι απλώς σημεία πάνω στο χάρτη. Είναι μνήμη, οικογενειακές αφηγήσεις που πέρασαν από γενιά σε γενιά, εικόνες που έζησαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες και έγιναν σχεδόν κομμάτι της ταυτότητας μιας πόλης.
Για χιλιάδες οικογένειες ποντιακής και μικρασιατικής καταγωγής, η Καλαμαριά είναι ένας τέτοιος τόπος.
Και μέσα σε αυτή τη συλλογική μνήμη, η Σκάλα των Προσφύγων στο Καραμπουρνάκι δεν είναι απλώς μια παλιά αποβάθρα που εγκαταλείφθηκε στη φθορά του χρόνου, αλλά ένα από τα τελευταία υλικά ίχνη μιας εποχής που σημάδεψε ολόκληρο τον ελληνισμό.
Σήμερα, 107 χρόνια από την έναρξη της πιο σκληρής φάσης της Γενοκτονίας των Ποντίων, η εικόνα της μισογκρεμισμένης Σκάλας αποκτά έναν σχεδόν οδυνηρό συμβολισμό. Όχι επειδή η κατάρρευσή της ξεκίνησε τώρα – αντιθέτως, εδώ και χρόνια βρίσκεται σε κατάσταση αποσύνθεσης. Αλλά γιατί ημέρες μνήμης σαν κι αυτές επαναφέρουν ένα βασικό ερώτημα: Τι μένει όταν χαθούν και τα τελευταία σημεία που συνδέουν μια κοινωνία με τη βιωμένη ιστορία της;
Ο Θερμαϊκός συνεχίζει να χτυπά ασταμάτητα τα τσιμέντα της. Τα σκουριασμένα σίδερα προεξέχουν πλέον γυμνά, ενώ μεγάλα κομμάτια της έχουν υποχωρήσει στη θάλασσα. Στα τέλη Νοεμβρίου του 2025 κατέρρευσε ακόμη ένα μεγάλο τμήμα της, επιβεβαιώνοντας τους φόβους όσων έβλεπαν εδώ και χρόνια ότι η τελευταία προσφυγική σκάλα της Καλαμαριάς ίσως να μην προλάβει να σωθεί.
Η Καλαμαριά των προσφύγων
Μετά το 1922 και τη Μικρασιατική Καταστροφή που έβαλε «τίτλους τέλους» στην τρισχιλιετή παρουσία των Ελλήνων στην καθ’ ημάς Ανατολή, η Καλαμαριά και τα Απολυμαντήρια της μετατράπηκαν σε έναν από τους μεγαλύτερους προσφυγικούς «πρώτους σταθμούς».
Χιλιάδες άνθρωποι από τον Πόντο, τη Σμύρνη, την Ιωνία, την Καππαδοκία και τις άλλες αλησμόνητες πατρίδες έφτασαν στις ακτές της Θεσσαλονίκης κυνηγημένοι, άρρωστοι, εξαντλημένοι και συχνά χωρίς να γνωρίζουν καν πού ακριβώς βρίσκονταν.
Οι αφηγήσεις των προσφύγων που διασώθηκαν μέσα από μαρτυρίες και οικογενειακές διηγήσεις μοιάζουν σήμερα σχεδόν αδιανόητες.
Άνθρωποι στοιβαγμένοι σε πλοία επί ημέρες. Μανάδες που κρατούσαν παιδιά αγκαλιά χωρίς νερό και φαγητό. Οικογένειες που είχαν αφήσει πίσω νεκρούς, σπίτια, περιουσίες και έναν ολόκληρο κόσμο που δεν θα ξανάβλεπαν ποτέ.
Πολλοί από αυτούς, φτάνοντας στη Θεσσαλονίκη, πέρασαν πρώτα από τα Απολυμαντήρια. Έναν χώρο που έχει χαραχτεί βαθιά στη συλλογική μνήμη των προσφυγικών οικογενειών. Εκεί γίνονταν οι διαδικασίες «απολύμανσης» των νεοφερμένων προσφύγων, σε μια εποχή που το ελληνικό κράτος φοβόταν την εξάπλωση επιδημιών. Τα ρούχα περνούσαν από κλίβανους, άνθρωποι απομονώνονταν, γυναίκες κουρεύονταν με την ψιλή, οικογένειες χωρίζονταν προσωρινά – και κάποιες φορές οριστικά.
Για πολλές οικογένειες των Ποντίων, οι ιστορίες των Απολυμαντηρίων πέρασαν σαν τραύμα από γενιά σε γενιά. Κάπως έτσι γεννήθηκε η προσφυγική Καλαμαριά.
Οι «σκάλες» του ξεριζωμού και της επιβίωσης
Όπως γράφει το
pontosnews, εκείνα τα χρόνια, κατά μήκος της παραλίας δημιουργήθηκαν μικρές ξύλινες προβλήτες και σκάλες που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των κατοίκων. Ήταν σημεία καθημερινά αλλά απολύτως αναγκαία για μια κοινωνία που προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της.
Βάρκες, καΐκια και ψαρόβαρκες έδεναν εκεί καθημερινά. Οι άνθρωποι ψάρευαν, μετέφεραν προϊόντα, μετακινούνταν προς το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Η θάλασσα ήταν για τους πρόσφυγες τρόπος επιβίωσης.
Η πρώτη Σκάλα στο Καραμπουρνάκι ήταν ξύλινη και δημιουργήθηκε περίπου το 1920 από πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή. Αργότερα, τη δεκαετία του 1950, κατασκευάστηκε η τσιμεντένια μορφή που γνωρίζουμε σήμερα.
Η Σκάλα στο Καραμπουρνάκι, 1950-1960 (πηγή: Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς / Συλλογή Ιωάννα Πασαλίδου)

Τα στηρίγματα της παλιάς κατασκευής να παραμένουν στη θάλασσα μετά την κατάρρευση, 14 Μαΐου 2026 (φωτ.: EUROKINISSΙ / Σωτήρης Τρυψάνης)
Δεν ήταν όμως η μοναδική. Στην Αρετσού, στην Κρήνη, στο Κατιρλή και σε άλλα σημεία της Καλαμαριάς υπήρχαν αντίστοιχες «προσφυγικές σκάλες», μικρά τοπόσημα μιας εποχής που η περιοχή ζούσε σε άμεση σύνδεση με τη θάλασσα.
Με τα χρόνια χάθηκαν όλες. Η Σκάλα στο Καραμπουρνάκι είναι η τελευταία που απέμεινε. Και ίσως γι’ αυτό η εικόνα της κατάρρευσης προκαλεί τόσο έντονο συναίσθημα σε πολλούς Θεσσαλονικείς που βλέπουν να χάνεται ένα κομμάτι από τις ιστορίες των ανθρώπων που ξεριζωμένοι κατάφεραν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους.
Η αρχή της κατάρρευσης
Η πρώτη μεγάλη καταστροφή σημειώθηκε την Πρωτοχρονιά του 2022, όταν σημαντικό τμήμα της Σκάλας υποχώρησε στη θάλασσα. Από τότε οι εικόνες εγκατάλειψης έγιναν ολοένα και πιο έντονες. Η διάβρωση προχωρούσε, τα τσιμέντα έσπαγαν, τα σίδερα απογυμνώνονταν και το σημείο γινόταν επικίνδυνο ακόμη και για τους επισκέπτες.
Παρά τις κατά καιρούς εκκλήσεις κατοίκων και φορέων, η Σκάλα δεν χαρακτηρίστηκε διατηρητέα ούτε προχώρησαν ουσιαστικές εργασίες αποκατάστασης.
Το πρόβλημα παρέμεινε μπλεγμένο μέσα σε ένα σύνθετο καθεστώς αρμοδιοτήτων: η περιοχή του αιγιαλού ανήκει στην ΕΤΑΔ, ενώ εμπλέκονται και υπηρεσίες που σχετίζονται με τις ενάλιες αρχαιότητες και τις εγκρίσεις για οποιαδήποτε παρέμβαση.
Η νέα κατάρρευση στα τέλη του Νοεμβρίου του 2025 ήρθε να ενισχύσει το φόβο ότι η οριστική εξαφάνιση ίσως δεν είναι πλέον μακρινό σενάριο.

Αεροφωτογραφία της κατεστραμμένης προβλήτας στο Καραμπουρνάκι Θεσσαλονίκης. 14 Μαΐου 2026 (φωτ.: EUROKINISSΙ / Σωτήρης Τρυψάνης)
Η ιστορία της Σκάλας των Προσφύγων δεν αφορά μόνο την Καλαμαριά, ούτε μόνο τους Πόντιους ή τους Μικρασιάτες. Αφορά συνολικά το πώς μια κοινωνία αντιμετωπίζει τη μνήμη της.